In cooperation with:
Diversify Programme
PerformFISH Programme
Inseparable Campaign
Περιοχή μελών
Email  
 
   
Password  
   
   
Αναζήτηση  
   
 Ενημέρωση
 
05/02/2015
Απώλεια Γιάννη Τσουμή
περισσότερα
 
  Ελληνικές Υδατοκαλλιέργειες
     
   

H ιχθυοκαλλιέργεια στη χώρα μας εμφανίζεται τη δεκαετία του 1980 και αφορά δύο είδη: την τσιπούρα και το λαβράκι. H ανάπτυξη όμως του κλάδου έρχεται σταδιακά. Στην αρχή λειτούργησαν τρεις μονάδες, ενώ στα τέλη της δεκαετίας λειτουργούσαν τριάντα. H κοσμογονία για τον κλάδο έρχεται αργότερα και, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2001 στον ελλαδικό χώρο λειτουργούσαν 290 μονάδες που παρήγαν 65.000 τόνους τσιπούρας και λαβρακίου, όπως και 41 ιχθυογεννητικοί σταθμοί με παραγωγή 240 εκατ. τεμαχίων γόνου των δύο ψαριών. H παγκόσμια βιομηχανία ιχθυοκαλλιεργειών παράγει 36 εκατ. τόνους ψαριών και οστρακοειδών με κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 50 δισ. ευρώ και αναπτύσσεται την τελευταία δεκαετία με ρυθμούς αύξησης της τάξεως του 10%. Πολύ σημαντική αύξηση, τη στιγμή που η βιομηχανική παραγωγή κρέατος αυξάνεται με ρυθμούς της τάξης του 2,8%. Στις ΗΠΑ ήδη το 50% της κατανάλωσης φρέσκων και κατεψυγμένων θαλάσσιων προϊόντων προέρχεται από καλλιέργειες και αρκετοί είναι αυτοί που εκτιμούν ότι το 2030 η ιχθυοκαλλιέργεια θα καλύπτει το μεγαλύτερο κομμάτι της κατανάλωσης ψαριών σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ψαριών σε παγκόσμιο επίπεδο διπλασιάζεται τα τελευταία 50 χρόνια. H ζήτηση λοιπόν γι\' αυτό το είδος τροφής έχει αυξηθεί ενώ η προσφορά έχει μειωθεί, με αποτέλεσμα η τιμή των «άγριων» ψαριών να αυξάνεται σημαντικά. H εντατική αλιεία σε παγκόσμιο επίπεδο έχει προκαλέσει την εξαφάνιση ή τη μείωση ως και του 90% του πληθυσμού πολλών ψαριών. Αυτό το κενό προσπαθεί να καλύψει η παγκόσμια ιχθυοκαλλιέργεια, η οποία επέφερε δύο σημαντικές αλλαγές στη βιομηχανία των θαλάσσιων ειδών: σταθερότητα στην προμήθεια και χαμηλότερες τιμές. Στη χώρα μας μάλιστα οι προοπτικές ανάπτυξης του κλάδου είναι ιδιαίτερα ευοίωνες καθώς καταναλώνουμε περίπου 18 κιλά ψάρι ανά άτομο τον χρόνο έναντι 50 κιλών που καταναλώνει σε ετήσια βάση ένας Πορτογάλος.

Όπως στις αγροτικές καλλιέργειες αναπτύχθηκαν μηχανισμοί και τεχνολογίες που έκαναν τα σπαρτά πιο ανθεκτικά, έτσι και στις ιχθυοκαλλιέργειες γίνεται προσπάθεια οι επιχειρήσεις να παράγουν ψάρια βελτιώνοντας τα γνωρίσματά τους, όπως η αντοχή τους σε αρρώστιες, ο ρυθμός ανάπτυξης και η γονιμότητά τους.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει καμία σχέση με τα μεταλλαγμένα προϊόντα μια και αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στα επιτυχημένα αποτελέσματα της γενετικής. Όπως έγινε στα κοτόπουλα στα οποία παλαιότερα ένα κοτόπουλο για να βγει στην κατανάλωση χρειαζόταν 80 ημέρες πάχυνσης και περίπου 2,5 κιλά τροφή. Σήμερα, με τις μεθόδους της γενετικής βελτίωσης, χρειάζεται 42 ημέρες και 2 κιλά τροφή.

Μέχρι και σήμερα ο τρόπος παραγωγής των ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας στηρίζεται στον αρχέγονο τρόπο Γενετικής. Δηλαδή η επιλογή για ψάρια-γεννήτορες γίνεται με εμπειρικό τρόπο. Επιλέγονται τα καλύτερα ψάρια για διασταύρωση, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ελεγχόμενο το γενετικό υλικό. Επίσης ως γεννήτορες χρησιμοποιούνται και «άγρια» ψάρια της θάλασσας.

Ενδεικτικά, μια και η Ελλάδα πρωτοπορεί στα θέματα των υδατοκαλλιεργειών, είναι δυνατό ν\' αναφερθεί η έρευνα των επιστημόνων του Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας Κρήτης (ΙΘΑΒΙΚ) οι οποίοι έχουν ήδη αρχίσει να συλλέγουν, δειγματοληπτικά, τσιπούρες που ζουν στο ανοιχτό πέλαγος και επιλέγουν, σύμφωνα με αναλύσεις DNA και μεθόδους της βιοτεχνολογίας, εκείνες με τα καλύτερα γονίδια. Για τα πειράματά τους, επέλεξαν αυτό το είδος ψαριού, μια και η χώρα μας έχει σήμερα τη μεγαλύτερη παραγωγή τσιπούρας, από ιχθυοκαλλιέργειες.

Μια και το ΙΘΑΒΙΚ κατέχει πολύ καλά την τεχνογνωσία στις ιχθυοκαλλιέργειες και βρίσκεται πάντα σε πολύ καλή σχέση με την αγορά με το πείραμα αυτό, θα δώσει τη δυνατότητα στους ιχθυοκαλλιεργητές μας να γίνουν περισσότερο ανταγωνιστικοί, αφού οι δικές τους τσιπούρες θα αναπτύσσονται πολύ πιο γρήγορα, θα έχουν περισσότερες αντοχές και μεγαλύτερη εμπορικότητα.

Οι ερευνητές συγκέντρωσαν περισσότερες από 100 τσιπούρες, που ζουν ελεύθερες στο Κρητικό Πέλαγος. Έγινε μαζική διασταύρωσή τους και παρακολουθούν, πλέον, με λεπτομέρειες την εξέλιξη των γόνων, των ψαριών δηλαδή που γεννήθηκαν. Το επόμενο βήμα ήταν η ανάλυση του DNA τόσο των γονιών όσο και των απογόνων τους. Στόχος ήταν να βρεθούν τσιπούρες που έχουν γεννήσει εκείνα τα ψάρια αυτά που αναπτύσσονται ταχύτερα.

Οι επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από τις μεγάλες επιχειρήσεις και οι συνεργασίες και εξαγορές που έχουν επιτευχθεί, δημιουργούν μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης και προσδίδουν στον κλάδο νέα δυναμική. Από το σύνολο της ελληνικής παραγωγής, το 70% των ψαριών εξάγεται, ενώ μόλις το 30% καταναλώνεται στην εγχώρια αγορά. Κυριότερος πελάτης των ελληνικών επιχειρήσεων ήταν και παραμένει η Ιταλία, ενώ τα τελευταία χρόνια έγιναν προσπάθειες, οι οποίες βρίσκονται σε καλό δρόμο, για το άνοιγμα και άλλων αγορών σε χώρες της Ευρώπης και της Ασίας.

Ας σημειωθεί ότι στις υδατοκαλλιέργειες απασχολούνται περίπου 10.000 άτομα.

Οι αυξημένες επιδόσεις στον παραγωγικό τομέα είχαν αντίκτυπο και στα οικονομικά αποτελέσματα. Όπως αναφέρεται στην έρευνα της ICAP, τα συνολικά καθαρά κέρδη των πέντε πιο κερδοφόρων επιχειρήσεων του κλάδου ήταν, για το 1996, περίπου 11.738.811 ευρώ (4 δισ. δραχμές), ενώ οι τρεις πρώτες επιχειρήσεις αποκόμισαν το μεγαλύτερο κομμάτι των κερδών­ περίπου 9.391.049 ευρώ (3,2 δισ. δραχμές). Την ίδια χρονιά, ο συνολικός τζίρος του κλάδου ξεπέρασε τα 117.388.114 ευρώ (40 δισ. δραχμές). Το 1997, τα καθαρά κέρδη έφθασαν τα 29.347.028 ευρώ (10 δισ. δραχμές), αυξάνοντας τις προσδοκίες των επιχειρήσεων για το 1998. Κυριότερος πελάτης των ελληνικών επιχειρήσεων ήταν και παραμένει η Ιταλία, ενώ τα τελευταία χρόνια έγιναν προσπάθειες, οι οποίες βρίσκονται σε καλό δρόμο, για το άνοιγμα και άλλων αγορών, σε χώρες της Ευρώπης και της Ασίας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα επόμενα δύο χρόνια, η παραγωγή τσιπούρας και λαβρακίου παρουσίασε αύξηση με μέσο ετήσιο ρυθμό 10%-15%, ενώ, όπως εκτιμάται από την Παγκόσμια Τράπεζα, το ποσοστό των αλιευμάτων που θα διοχετευθεί στην αγορά από τις ιχθυοκαλλιέργειες το 2004 θα φτάσει το 40%, από 22% που ήταν το 1997.

Οι επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από τις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και οι συνεργασίες και εξαγορές που έχουν επιτευχθεί, δημιουργούν άλλες προοπτικές ανάπτυξης και προσδίδουν στον κλάδο νέα δυναμική.        Αν, μάλιστα, οι ελληνικές επιχειρήσεις προχωρήσουν και στην καλλιέργεια νέων ειδών, κάτι που είναι στα άμεσα σχέδια των περισσοτέρων, το 40% της ευρωπαϊκής αγοράς, που κατέχουν σήμερα οι Έλληνες επιχειρηματίες, θα αυξηθεί σημαντικά.

Όπως προκύπτει από την τελευταία μελέτη του ΙΟΒΕ, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των εξαγωγών, στο διάστημα 1990-2000, έφθασε το 49,6%. Μάλιστα, το 2000 οι εξαγωγές ανήλθαν σε 39.000 τόνους, καλύπτοντας το 66,2% της συνολικής παραγωγής. Σημαντική ανάπτυξη, πάντως, προβλέπεται να έχει ο κλάδος στην πενταετία 2001-2005. Ο προβλεπόμενος μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της εγχώριας ζήτησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 14,6%, στο διάστημα αυτό, και η εγχώρια ζήτηση θα ξεπεράσει τους 40 χιλιάδες τόνους το 2005, ενώ οι εξαγωγές θα προσεγγίσουν, την ίδια χρονιά, τους 67 χιλιάδες τόνους, με ετήσιο ρυθμό αύξησης 10,3%. Η συνολική ζήτηση προβλέπεται, για το ίδιο διάστημα, να αυξηθεί με ρυθμό 11,9% ετησίως.